Wednesday, March 21, 2012

The Eumenides, by Aeschylus - Full Text


Εξώφυλλο

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΙΣΧΥΛΟΥ

ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ

Μ Ε Τ Α Φ Ρ Α Σ Η
I Ω Α Ν. Γ Ρ Υ Π Α Ρ Η

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΉ


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΙΣΧΥΛΟΥ

ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
I. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
1911

Ε Υ Μ Ε Ν I Δ Ε Σ

Εις τας Ευμενίδας, το τελευταίον δράμα της Ορεστείας, η σκηνή υπόκειται κατ' αρχάς μεν εις τον ναόν του Πυθίου Απόλλωνος εν Δελφοίς, όπου, υπό την προστασίαν του Θεού, ο μητροκτόνος Ορέστης ευρίσκει προσωρινόν άσυλον από την καταδίωξιν των Ερινύων. Ο ίδιος ο θεός αποκοιμίζει τας τιμωρούς θεάς και διευκολύνει την φυγήν του Ορέστου, όστις κατά συμβουλήν του καταφεύγει εις τας Αθήνας, ικέτης της Αθηνάς. Εις τας Αθήνας λοιπόν συνεχίζεται και τελειώνει η πράξις.Η Αθηνά δεχθείσα ικέτην τον Ορέστην, μη δυναμένη όμως αφ' ετέρου να παρίδη το δίκαιον των φοβερών Ερινύων, συνιστά εκ των πολιτών το μέγα και σεμνότατον εκείνο κριτήριον του Αρείου Πάγου, διά να αποφασίση περί της τύχης του υποδίκου. Η διαδικασία διεξάγεται καθ' όλους τους τύπους της ποινικής νομοθεσίας των Αθηναίων, και με την ψήφον της Αθηνάς, επελθούσης ισοψηφίας, ο Ορέστης κηρύσσεται ελεύθερος του φόνου. Αλλ' η τοιαύτη απόφασις εξεγείρει φοβεράν την οργήν των Ερινύων κατά της πόλεως των Αθηνών, την οποίαν μόλις και μετά βίας επί τέλους κατευνάζει η Αθηνά διά της πειθούς και των υποσχέσεών της.«Τοιουτοτρόπως η τέχνη του ποιητού τερματίζει την μακράν ταύτην σειράν τραγικών καταστροφών, την φοβεράν και αιματηράν ταύτην τριλογίαν, με την παρήγορον εικόνα μιας ιεράς τελετής, με τα ευσεβή εφύμνια τα αντηχούντα από της σκηνής και προς τα οποία ανταποκρίνονται εκ του αμφιθεάτρου αι θορυβώδεις και χαρμόσυνοι επευφημίαι των θεατών». (M. Patin). - Περιώνυμος έμεινεν εις το Αττικόν θέατρον, διά την πρωτοφανή κατάπληξιν την οποίαν επροξένησεν,η σκηνή εκείνη των Ευμενίδων, όπου το φάσμα της Κλυταιμνήστρας εξεγείρει εκ του ύπνου τας Ερινύας και τας παρορμά εις νέαν καταδίωξιν του φονέως της υιού της.

ΠΡΟΣΩΠΑ


ΠΡΟΦΗΤΙΣΣΑ
ΑΠΟΛΛΩΝ
ΟΡΕΣΤΗΣ
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑΣ
ΧΟΡΟΣ
ΑΘΗΝΑ
ΠΡΟΠΟΜΠΟΙ

ΑΙΣΧΥΛΟΥ
ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ


ΠΡΟΦΗΤΙΣΣΑ
Πρώτο δοξάζω απ τους θεούς στη δέησί μου
την πρωτομάντισσα τη Γη· και υμνώ κατόπι
τη Θέμιδα, που δεύτερη, καθώς το λέγουν,
σ' αυτό το μητρικό της κάθησε μαντείο·
και τρίτη στη σειρά, με θέλημά της κι όχι
από κανέν' αναγκασμένη, εκάθησε άλλη
θυγατέρα της Γης, η τιτανίδα η Φοίβη
και αυτή γενέθλιο τόδωκε δώρο στο Φοίβο,
πούχει της μάμης τόνομα παράνομα του.
Κι αυτός της Δήλου αφίνοντας λίμνη και ξέρες,
στους ήμερους γιαλούς άραξε της Παλλάδος
κ' ήρθ' από κει σ' αυτή του Παρνασού τη χώρα
και τον ξεπροβοδίζανε με πολύ σέβας
στρώνοντας δρόμο να διαβή οι γυιοί του Ηφαίστου
κ' ήμερη κάνοντας τη γη πούταν πριν άγρια.
Και με τιμές τον δέχτηκε ο λαός μεγάλες
κι ο βασιλιάς Δελφός της χώρας κυβερνήτης.
Κι ο Δίας στο νου του εμπνέοντας τη θεία την τέχνη
τον βάζει μάντη τέταρτο σ' αυτούς τους θρόνους,
κ' είναι του Δία πατέρα του ο Λοξίας προφήτης.
Απ τους θεούς αυτούς αρχίζω τις ευχές μου·
και την Προναία δοξολογώ Παλλάδα πρώτη
κ' υμνώ τις νύφες πόχουν το Κωρύκιον άντρον,
φώλιασμα των πουλιών και των θεών συχνάσμα
- τον τόπον έχει ο Βρόμιος, δεν το ξεχάνω,
αφόντας ο θεός ωδήγησε τις Βάκχες
κ' έβαλε σα λαγό να σχίσουν τον Πενθέα· -
και τις πηγές του Πλείστου και του Ποσειδώνα
την δύναμιν υμνόντας και τον τέλειο Δία
έπειτα μάντισσα στον τρίποδα καθίζω.
Και τώρ' ας δώσουν από πριν πολύ πιο κάλλια
να μου συντύχη το έμπασα· και με τον κλήρο
όσοι είναι ας έρθουν Έλληνες, κατά το νόμο·
γιατ' όπως οδηγάει ο θεός και προφητεύω.
Ω, τρόμος ναν το πης και τρόμος ναντιβλέψης
μ' έδιωξεν όξω από τα σπίτια του Λοξία
που μήτε νόχω ανάκαρα, μουδ' όρθια στέκω,
και τρέχω με τα χέρια αντίς με τα κανιά μου
γιατί είναι τίποτα η γρηά σαν πάρη φόβο!
Μπαίνω λοιπόν στο πολυστέφανο το βάθος
όπου θωρώ κάποιο θεοκατάρατο άνδρα
πάνου στον ομφαλό να κάθουνταν ικέτης
κ' αίμα τα χέρια του έσταζαν και το σπαθί του
γυμνό κρατούσε κι' αψηλόν ελιάς κλωνάρι
με λήνον μεγαλώτατο σεμνά ζωσμένο,
μ' άσπρο μαλλί, για να σου δώσω να το νοιώσης·
και μπρος στον άντρ' αυτό φριχτό καρτέρι
κοιμάται γυναικών, σε θρόνους καθισμένες·
όχι γυναίκες μα Γοργόνες λέω πως νάναι,
μα ουδέ και με Γοργόνες πάλιν απεικάζω
γιατί τις έχω κάπου ιδή ζωγραφισμένες
ν' αρπάζουν του Φινέα το δείπνο· μ' αυτές όμως
φτερά δεν έχουν, μαύρες και σιχάμματα είναι
και ρεύγονται έτσι και φυσούνε που να φεύγης
και στάζουν απ τα μάτια τους μισητόν αίμα,
κ' είν' η στολή τους να μην πλησιάζουν ούτε
σε αγάλματα θεών ούτε σε ανθρώπων σπίτια·
ποτέ δεν είδα το σκαρί του συναφιού των
κι' ουδέ ποια γης καυχιέται νάθρεψε το γένος
άβλαβα αυτό, χωρίς τον κόπο της να κλάψη.
Μα για τα επίλοιπ' ας γνοιαστή ο ίδιος τώρα
του ναού τούτου ο κύριος Λοξίας ο μέγας,
που τέχνη του είναι οι μαντουδειές και γιατροσόφια
και να ξορκίζη τα κακά κι απ άλλων σπίτια.
ΑΠΟΛΛΩΝ
Δε θενά σε προδώσω· πάντοτε φρουρός σου
κι αν πλάι σου παραστέκομαι κι αν μακράν είμαι
δεν θενά γίνω μαλακός για τους εχθρούς σου·
Πιάστηκαν βλέπεις τώρ' αυτές οι λυσσασμένες
σε ύπνο βαρύ παράδοτες, οι πομπιασμένες
οι γρηές οι κόρες της Νυχτός, που δεν τις σμίγει
κανείς θεός, ουδ' άνθρωπος, ούτε θηρίον·
κ' έγιναν μόνον για κακό κέχουν μονιά τους
το σκότος και του Τάρταρου τα καταχθόνια
απ τους θεούς κι απ τους ανθρώπους μισημένες.
Μα όμως να φεύγης και το θάρρος σου μη χάσης
γιατί θενά σε κυνηγήσουν κι αν περνόντας
την πατημένη τη στεριά πίσω σου αφήσης
και πάνω από τη θάλασσα κι απ τα νησιά της·
και μη αποκάμεις να περιβοσκίζης τούτα
τα πάθη κι άμα 'ρθής στην πόλι της Παλλάδος
κάθου κι αγκάλιασε το ξύλινο άγαλμά της·
και κει μ' αυτές θα βρούμε κρίσι και με λόγια
που να μαλάζουν τις καρδιές θα κάμω τρόπο
μια και καλή απ τα πάθη αυτά να σε γλυτώσω
αφού σ' έσπρωξα εγώ τη μάννα σου να σφάξης.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Άναξ Απόλλων, ξέρεις ναγαπάς το δίκιο
κι αφού το ξέρεις κάμε και να μη μ' αφίσης,
και η δύναμή σου εγγύησι πως θα με σώσης.
ΑΠΟΛΛΩΝ
Θύμας το αυτό κι ας μη νικάη το νου σου ο φόβος
μα εσύ, αυτάδελφο αίμα κι απόνα πατέρα,
φύλαγέ τον, Ερμή· κιόπως και τόνομα έχεις
γίνε απ αλήθεια κι Οδηγός να συνοδεύης
τον ικέτη μου αυτόν· κι ο Δίας τιμά το σέβας
των κηρύκων, που για καλό του ανθρώπου εδόθη.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑΣ
Κοιμάσθε, ωιμέ! και σαν κοιμάσθε ποια σας χρεία;
Μα εγώ από σας σε τέτοιο τρόπο ατιμασμένη,
με διπλό πήχυ, για το φόνο που έχω κάμη
δε λέει να πάψη των νεκρών η καταφρόνια
κι άτιμη τριγυρνώ: γιατί έχω, ξέρετέ το
την πιο από μέρος τους μεγάλη κατηγόρια·
μα πόπαθα τέτοιο κακό απ τους πιο ζεστούς μου.
κανείς θεός δεν είπε να οργιστή για μένα,
που, μάννα, σφάχτηκα απ τα χέρια του παιδιού μου.
Και ιδέτε αυτές μου τις πληγές με την καρδιά σας.
γιατί φωτίζεται η ψυχή σαν κλειούν τα μάτια,
ενώ στο ξύπνο δε θωρεί καλά το πνεύμα.
Κι όμως πόσα δεν έχετε γευτή από μένα,
ακράσωτες χοές και προσφορές καθάριες
και δείπνα που θυσίαζα σεμνά τις νύκτες
σε ώρα που για κανέν' άλλο θεό δεν είναι!
μα όλα αυτά τώρα βλέπω κλωτσοπατημένα
και κείνος πάει και ξέφυγε σαν το ζαρκάδι
κ' έτσι αλαφρά καταμεσίς απ τα πλεμμάτια
με πολύ περιγέλοιο σας πηδάει και πάει.
Μ' ακούσετέ μου κ' είναι αυτά για τη ψυχή μου
όσα είπα· και ξυπνήστε, σκιές του κάτω κόσμου
που όνειρο τώρα κράζω σας, η Κλυταιμνήστρα!
ΧΟΡΟΣ
(Μούγκρισμα).
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Μουγκρίζετε, μα εκείνος τώρα πήρε δρόμο
γιατί έχει φίλους που δε μοιάζουν τους δικούς μου.
ΧΟΡΟΣ
(Μούγκρισμα).
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Βαθιά κοιμάσαι και δεν το ψυχοπονιέσαι
αυτό πόπαθα! φύγε ο φονιάς μου, ο γυιός μου!
ΧΟΡΟΣ
(Ούρλιασμα).
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Ούρλιαζε· κοίμου! μα δε λες και να ξυπνήσης
ποια δουλειάν έχεις παρά το κακό να κάνης;
ΧΟΡΟΣ
(Ούρλιασμα).
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Συμφώνησαν δυο δυνατοί, ο ύπνος κι ο κόπος
κι αδράνισαν της δράκισσας την άγριαν άφρη.
ΧΟΡΟΣ
(Διπλό δυνατό μούγκρισμα).
Πιάστο, πιάστο, πιάστο έχε το νου σου!
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Στόνειρο κυνηγάς αγρίμι κι αλυχταίνεις
σα σκύλλος που όλο της δουλειάς του έχει την έγνοια.
Τι κάνεις; Σήκω κι ας μη σε νικάη ο κόπος
τον ύπνο απόδιωξε να δης τι έχομε πάθη!
Ας σου πληγώσουν την καρδιά οι ονειδισμοί μου
που είναι για τους φιλότιμους σα φτερνιστήρια·
τρέχα και φύσα επάνω του θανάτου αγέρα
για να τον λυώση ο αχνός των σωθικών σου η φλόγα·
εμπρός! με δεύτερα κυνήγια μάρανέ τον.
ΧΟΡΟΣ
Ξύπνα, ξύπνα και συ αυτήν, και Γη εσένα.
Κοιμάσαι; Ξύπνα κι αποδιώχνοντας τον ύπνο
ας δούμε αν θάν' του κάκου αυτό το προοίμιό μας.
- Όχου, αλλοί μου, αλλοί! Φίλες επάθαμε . . .
- ω μου τα τόσα πόπαθα· κι όλα του κάκου!
- επάθαμε κακό βαρύκλαυτο, πωπώ
αβάσταχτο κακό·
απ τα πλεμμάτια ξέμπλεξε και πάει ταγρίμι.
- με νίκησ' ύπνος και την άγρη μου έχασα.
- Ω, εσύ, του Δία ο γυιός, ο κλέφτης είσαι συ
- και νέος εμάς, αρχαίες θεές, καββάλα επήρες·
- και τίμησες αυτόν τον άντρα τον κακό
κι άθεο στους γονιούς,
και συ, θεός, τον μητροκτόνο επήες να σώσης
- ποιος θενά πη πως είναι δίκια τάχ' αυτά;
Μα έφτασ' εμένα ονειδισμός μες στα όνειρά μου
και μου έζαψε σα διφρηλάτης μια
με μεσοβάσταχτο κεντρί
στα σωτικά, στο ψυχικό·
- κ' έχω να πω της μάστιγας
του δήμιου του ανήμερου
βαρύ το σύγκρυο το βαρύ που μ' έκοψε.
Τέτοια κακά οι νεώτεροι θεοί μας κάνουν
που εξουσιάζουν το θρονί της Δίκης
αιματοκομποστάλαχτο
από τα πόδια ως την κορφή·
- έχεις της γης τον ομφαλό
να δης, που πήρε επάνω του
κι αταίριαστο κρατάει αιμάτων μόλυσμα.
Και τους βωμούς του μαντικού του αδύτου
μόνος του πήε και μόλυνε
αυτόθελος κι αυτόκλητος
κ' ενάντια στους θεούς, για χάρι ενός θνητού
αφάνισε τις Μοίρες τις αρχαίες
Μόνου η κακία που τόμεινε, μα κείνος
και κάτω αν φύγη από τη γη
ποτέ δε θαύρη γλυτωμό
κι άλλον εκδικητή για το αίμα που χρωστεί
πάνω στην κεφαλή του θενά πάρη.

View the rest of The Eumenides, by Aeschylus - Full Text

No comments:

Post a Comment